foto1
foto1
foto1
foto1
foto1
Για πρώτη φορά στο Δήμο Λαγκαδά η πρωτοβουλία για τη συγκρότηση μιας πραγματικά Ανεξάρτητης Δημοτικής παράταξης δεν ανήκει σε κάποιον φιλόδοξο, έστω χαρισματικό δημότη, που θέλησε ν διοικήσει το Δήμο μας, επιβάλλοντας αυταρχικά τις δικές του προσωπικές επιλογές.

Δελτία Τύπου

deltia typou

Εκδηλώσεις

banner ekdiloseis

Σύλλογος Φίλων

syllogos filwn

Youtube

Οι απόψεις σας!

banner apopseis

Στείλτε τις απόψεις σας

Γράψτε μας την άποψή σας και εμείς θα την δημοσιέυσουμε.
Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
Πόσο κάνει 5+3=?

Facebook

Δρομολόγια ΟΑΣΘ

Καιρός

Εφημερίδες


diavgeia

agglia1Είν’ αλήθεια πως το 'λεγαν και το καμάρωναν ότι κάθονταν στη «Μικρά Ελβετία» του Λαγκαδά και ήταν γι αυτούς τίτλος ιδιαίτερης τιμής και χαράς που ο μαχαλάς τους είχε τέτοιο σπουδαίο όνομα, ήταν σαν να παραδέχονταν όλοι την υπεροχή της γειτονιάς τους, γιατί περί μιας γειτονιάς επρόκειτο, που ήταν όμως η παλαιότερη και αρχαιότερη γειτονιά της πόλης. Βέβαια πρέπει να πούμε πως μέχρι τη δεκαετία του 1960 ήταν το κέντρο των δραστηριοτήτων των ντόπιων Λαγκαδιανών, μια και στο κέντρο του μαχαλά ήταν η εκκλησία της πολιούχου, που ήταν και η μητρόπολη.

 

 

 

Eδώ υπήρχαν τα περισσότερα αρχοντικά διώροφα και τριώροφα σπίτια, υπήρχε το αρχαιότερο, το πρώτο Δημοτικό σχολείο, που χτίστηκε και με χορηγία της οικογένειας του Παύλου Μελά στα 1911 με τη φροντίδα του παπα-Ιωακείμ Ανανιάδη και από τον καλύτερο αρχιτέκτονα της εποχής τον Παιονίδη, το πρώτο νηπιαγωγείο και από το σχολείο και πέρα, κυρίως από την εκκλησία, που άρχιζε η επικράτεια της Μικράς Ελβετίας μέχρι τα κοιμητήρια περίπου, υπήρχαν εννιά μπακάλικα, δύο κουρεία, ένας φούρνος, τέσσερις ταβέρνες, δύο ξυλεμπορικά, ένα καρνάγιο που έκανε τις ψαρόβαρκες για τη λίμνη, ένας αλευρόμυλος και ο μύλος του Γεωργιάδη στην άκρη του μαχαλά και φυσικά το κονσερβοποιείο που έδινε ζωή σε όλη την πόλη, αλλά αυτό που έδειχνε την πληθυσμιακή υπεροχή, ήταν ότι στην Μικρά Ελβετία υπήρχαν οι περισσότερες γεροντοκόρες της πόλης, καμιά πενηνταριά περίπου, γιατί η καλή οικονομική άνεση των οικογενειών απέτρεπε τα κορίτσια να παντρευτούν όποιον κι όποιον, κι έτσι το «ράφι» πήγαινε να σπάσει από το βάρος, γιατί όλες ονειρεύονταν αξιωματικούς και δημοσίους υπαλλήλους.
Οι περισσότερες οικογένειες ήταν πάππου προς πάππου κάτοικοι της μεγάλης αυτής γειτονιάς, αλλά βέβαια σε κάποια φάση μετά το 1922 που ήρθαν οι πρόσφυγες άρχισαν να αλλάζουν τα ποσοστά. Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, χαρούμενοι, με μεγάλες κατά το πλείστον οικογένειες και πολλά παιδιά, και βέβαια παντοτινά μέλη της κάθε οικογένειας, μέχρι να μιλήσει ο Θεός, οι παπούδες και οι γιαγιάδες, που αποτελούσαν και την ζωντανή ιστορία της κάθε οικογένειας και των οποίων ο ρόλος και ο λόγος ήταν καθοριστικός σε κάποιες οικογένειες, δεδομένου ότι κρατούσαν τον κορβανά της οικογένειας, τον μπεζαχτά όπως έλεγαν. Το στοιχείο αυτό ήταν και ο γερός συνδετικός κρίκος της κάθε μεγάλης οικογένειας και μάλιστα όταν τα σπίτια ήταν μεγάλα, συγκατοικούσαν όλοι μαζί, αγόρια, κόρες, γαμπροί και νύφες, παιδιά και εγγόνια.
Περιδιαβαίνοντας τη γειτονιά ξεκινούσες με την αίσθηση της όσφρησης μια και στο καρνάγιο του Βενιώτη καθημερινά έβραζαν οι πίσσες για να καλαφατίσουν τις ψαρόβαρκες. Αλλά και οι ολάνθιστες αυλές με γιασεμιά και αγιοκλήματα έδινα ένα τόνο μυριστικό στη γειτονιά. Πιο πίσω ο φούρνος του Στέργιου με την φίρμα «ΑΑΑ… Ο ΑΣΣΟΣ» μοσχοβολούσε φρέσκο ψωμί και φαγητά, κυρίως τις Κυριακές που έφερναν οι νοικοκυρές τα ταψιά με τα φαγητά τους για ψήσιμο. Έξω από τον φούρνο στοίβες ολάκερες τα πουρνάρια, που ξεφόρτωναν κάθε τόσο οι μεταφορείς με τα γαϊδουράκια τους από το Σωχό ,την Όσσα, τις Πέντε Βρύσσες και τα άφηναν έξω από τον φούρνο και το κάθε σπιτικό, γιατί τότε τα περισσότερα σπίτια είχαν στις αυλές τον φούρνο τους.
agglia2Τα μπακάλικα τη γειτονιάς δεν ήταν απλά για τον επισιτισμό των οικογενειών αλλά καθημερινά λειτουργούσαν ως μικρά καφενεία για τους πελάτες τους, που περιμένοντας τη σειρά τους να εξυπηρετηθούν φρόντιζαν, οι άντρες κυρίως, να βρέξουν το λαρύγγι τους με λίγη ρετσίνα ή ρακί, δυο ελιές, λίγο τυράκι και μια-δυο λιπαριές. Έβλεπες λοιπόν έξω από κάθε μπακάλικο, έναν αναποδογυρισμένο τενεκέ, ή κάποιο τελάρο, για τραπεζάκι, και εκεί στηνόταν το σκηνικό πάνω στη λαδόκολλα. Μερικοί φρόντιζαν να χάνουν συχνά τη σειρά τους ή να την προσφέρουν ευγενικά στις γειτόνισσές τους, ώστε να προλάβουν να κατεβάσουν κι ένα δεύτερο ή τρίτο ρακί, με αποτέλεσμα μετά να ξεχνάνε και το σπίτι και τα ψώνια. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η Μικρά Ελβετία διέθετε τα πιο γερά ποτήρια της πόλης και είχε παράδοση σε καταστάσεις ουζοκατάνυξης. Αν τυχόν και υπήρχε παρέα έξω από μπακάλικο και περνούσε κάποιος γείτονας για να πάει στο σπιτικό του, πάντα τον καλούσαν για ένα ποτήρι.
-Πόσα ρε ήπιατε; Ρωτούσε.
-Α…κανά δυό μόνο.
- Καλά, τότε “φέρε ένα για ξεροσφύρι και συνεχίζουμε απ’ την αρχή”, έλεγε με νόημα το νέο μέλος της παρέας, που συνήθως ήταν φτιαγμένος από τα καφενεία της αγοράς.
Ήταν παγιωμένη η άποψη ότι μόνο τα βόδια πίνουν νερό και οι άνθρωποι μόνο κρασί και ούζο! Γι αυτό συνήθως μετά «τα…ψώνια» παρακαλούσαν κάποιον να τους συνοδέψει στο σπίτι γιατί έχαναν την πόρτα. Ο κυρ-Φώτης πάντα ευγενής έλεγε στον περαστικό, «αγαπητέ μου γείτονα, σας χαιρετώ εγκαρδίως, μπορώ να σας πιάσω αγκαζέ;»
Πίσω από την αγία Παρασκευή η ταβέρνα του Κυράνου κρατούσε τα σκήπτρα της διασκεδασης, αφού οι πελάτες πήγαιναν απ’ το πρωί για τον καφέ τους και ξεχνούσαν να φύγουν, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες, γιατί τους καλοκαιρινούς έπαιρναν φωτιά τα μπατζάκια τους από τη δουλειά στα χωράφια.
Ο κυρ-Κώστας απ’ το πρωί σκούπιζε την μικρή αυλίτσα μπροστά απ’ το μαγαζί, πότιζε την αγράμπελη και το αγιόκλημα που είχαν σκαρφαλώσει πάνω στην ακακία, έριχνε με την κανάτα της οκάς όσο νερό μπορούσε στον προαύλιο χώρο του για να έχει δροσιά και να κατακαθίσει το χώμα, έβγαζε τα τραπεζάκια με τις ψάθινες καρέκλες τους στη θέση τους και ξεκινούσε η ετοιμασία της ημέρας. Πρώτος και καλύτερος πελάτης ο Μπαρμπα-Διαμαντής, ένας Μικρασιάτης βρακοφόρος γέροντας, με το ζωνάρι στη μέση, το κεφαλομάντηλο και το στριφτό του μουστάκι, αφού περνούσε απ’ την αγιά-Παρασκευή και στεκόταν σε στάση προσοχής για να σταυροκοπηθεί και να ανάψει ένα κερί στη μνήμη όλης της Μικρασίας, «έπιανε λιμάνι» στην ταβέρνα και ξεκινώντας απ’ τον πρωινό καφέ, συνέχισε ως το μεσημέρι με όποια παρέα ερχόταν στο μαγαζί. Εκεί θυμόταν όλες τις ιστορίες της πατρίδας του, τα χωράφια και τους κάμπους και διηγιόταν με την Μικρασιάτικη προφορά του, πότε στα τούρκικα και πότε στα ελληνικά τα γεγονότα της Σμύρνης και της καταστροφής κι όταν ένας λυγμός ανέβαινε στο λαιμό, τον ξεπερνούσε καθώς κατέβαζε μονοκοπανιά ένα ποτήρι ρακί κι έλεγε «άντε μπρε ντεφ ολσούν».

agglia3Το γραμμόφωνο ξεκινούσε απ’ το πρωί τη μουσική και όταν η παρέα μεγάλωνε και είχε κάμποσους μερακλήδες συνέχιζε η λατέρνα τη διασκέδαση των πελατών, ιδιαίτερα όσων είχαν μεράκι στο χορό. Η λατέρνα έπαιζε περίπου εικοσιτέσσερεις σκοπούς, οι περισσότεροι ήταν μικρσιάτικοι και κάποια ρεμπέτικα. Έτσι φυσικώ τω λόγω ο μπαρμπα-Διαμαντής τιμούσε πάντα την παράδοση της πονεμένης Μικρασίας και δεν ήταν λίγες οι φορές που τον έβλεπες να βουρκώνει καθώς έπαιρνε τις στροφές του σε κάποιον απντάλικο ή κάποιον καρσιλαμά, κι έβγαζε το κεφαλομάντηλο που φορούσε για να σκουπίσει τα μάτια του σαν άκουγε τραγούδια που μιλούσαν για ξενιτιά και ξεριζωμό:
«Σαν της Σμύρνης το γιακίνι στον ντουνιά δεν έχει γίνει, κάηκε κι έγινε στάχτη κι έβγαλε ο Κεμάλ το άχτι. Κάηκε ένα σχολείο πού ήταν παρθεναγωγείο, κάηκε και μια δασκάλα, που ήταν άσπρη σαν το γάλα…» και δώστου να στροβιλίζεται και να χτυπά τις χάντρες του κομπολογιού του όσο μπορούσε πιο δυνατά.
Απέναντι από την ταβέρνα ήταν το κουρείο του κυρ-Βαγγέλη του Βαρβαλιού που εκτελούσε και χρέη γιατρού. Είχε την τέχνη να γιατρεύει τον ίκτερο, ακόμα έκανε τον οδοντίατρο και με τανάλιες έβγαζε δόντια και πάνω στα ραφάκια του κουρείου του έβλεπες μπουκαλάκια με βδέλες, που τις είχε επίσης για θεραπευτικούς λόγους, μια και η περιοχή μας παλιότερα είχε πολλές βδέλες, τόσες που γινόταν και εξαγωγή στα Βαλκάνια και την Αίγυπτο. Στον χώρο που βρίσκεται η σημερινή Μητρόπολη ήταν το πάρκο της Μικράς Ελβετίας, ένα αρκετά μεγάλο και ωραίο πάρκο, με τους ολάνθιστους κήπους και τα παγκάκια του, όπου η νεολαία της γειτονιάς έβρισκε καταφύγιο ως αργά το βράδυ. Από κει βλέπαμε όλο αυτό καθημερινό πανηγύρι και δεν ήταν λίγες οι φορές που σταματούσε το παιχνίδι για να χαζέψουμε τους χορευτές, ή να ακούσουμε ιστορίες για τα παλιά ή τα μελλούμενα…

 

*Απόσπασμα από το υπο έκδοσιν βιβλίο «Ενός λεπτού σιγή» με διηγήματα που αφορούν την πόλη μας.

free social media buttons