foto1
foto1
foto1
foto1
foto1
Για πρώτη φορά στο Δήμο Λαγκαδά η πρωτοβουλία για τη συγκρότηση μιας πραγματικά Ανεξάρτητης Δημοτικής παράταξης δεν ανήκει σε κάποιον φιλόδοξο, έστω χαρισματικό δημότη, που θέλησε ν διοικήσει το Δήμο μας, επιβάλλοντας αυταρχικά τις δικές του προσωπικές επιλογές.

Δελτία Τύπου

deltia typou

Εκδηλώσεις

banner ekdiloseis

Σύλλογος Φίλων

syllogos filwn

Youtube

Οι απόψεις σας!

banner apopseis

Στείλτε τις απόψεις σας

Γράψτε μας την άποψή σας και εμείς θα την δημοσιέυσουμε.
Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
Πόσο κάνει 5+3=?

Facebook

Δρομολόγια ΟΑΣΘ

Καιρός

Εφημερίδες


diavgeia

naosΑν ο Αύγουστος είναι για τον πολύ κόσμο ο μήνας της Παναγιάς, για το Λαγκαδά ο Ιούλιος ήταν ο μήνας της αγια-Παρασκευής, της πολιούχου της πόλης κι έτσι μόλις που έμπαινε ο μήνας ξεκινούσαν οι προετοιμασίες για τη γιορτή της. Ο Δήμος περιποιόταν την πλατεία της, έβαφε τα πεζοδρόμια, κλάδευε τα δέντρα, στην εκκλησία οι γυναίκες έβαφαν, καθάριζαν, γυάλιζαν τα καντήλια, βοηθούσαν στο κηροπλαστείο τον κυρ-Τάκη. Κατά τα άλλα ο ζεστός πάντα Ιούλιος κυλούσε όπως όλοι οι άλλοι καλοκαιρινοί μήνες με κέφι και ζωντάνια.

Η Δυνατή φωνή του «γλυκατζή-Παπαγεωργίου» αντηχούσε σε όλο το μαχαλά, που περνούσε Σάββατο ή Κυριακή, με μια μηχανή που δίπλα είχε ένα καλάθι αρκετά ευρύχωρο γεμάτο βάζα με γλυκά, διαλαλούσε τα γλυκά του και ξεσήκωνε τη γειτονιά. Συκαλάκι, πορτοκάλι, μαρμελάδες, βανίλια μαστίχα και ό,τι άλλο ονειρευόταν ο καθένας. Δεν προλάβαινες να ηρεμήσεις από τις φωνές των «εμπορικών καταστημάτων» ξαμολιόταν στη γειτονιά πάνω στο τρίκυκλό του ο παγωτατζής, ο τυροπιτάς, ο Γιαννάκης ο Τζίτζιρας, πρώτα με γλυκά και παγωτά κι ύστερα με σάντουιτς, ενώ ο κυρ-Δημητρός ο Μπαλτάς με το τροχήλατο μηχανάκι του παρέμεινε στο είδος του πιστός και πωλούσε μόνο τυρόπιτες, σάμαλι και φοινίκια. Φρίγκο-φράγκο το παγωτό φρίγκο- φράγκο φώναζε ο μπαρμπα-Νίκος, βανίλια, λεμόνι, πορτοκάλι! Να σου τρέχουν τα σάλια, και μέσα σε όλο αυτό το σαματά νάσου και η καταβρεχτήρα του Δήμου να ποτίζει το χωματόδρομο της γειτονιάς γιατί σε λίγο θα γυρνούσαν τα κάρα από τα χωράφια ή τα ζώα από τη βοσκή, και έπρεπε να μη σηκώνεται σκόνη.
Οι μανάβηδες και οι ψαράδες συνήθως περνούσαν νωρίς το πρωϊ, με τα κάρα γεμάτα από ζαρζαβατικά, κι επειδή στη γειτονιά υπήρχαν και διακεκριμένα άτομα της λαγκαδιανής κοινωνίας, ήτοι δημόσιοι και Δημοτικοί υπάλληλοι ή έμποροι, η επιλογή τους αποτελούσε διαφήμιση κι ο κυρ-Στέργιος ο Κυράνης με το δίτροχο κάρο του που ήταν κατάφορτο ζαρζαβατικά φώναζε δυνατά να τ’ ακούσουν όλες οι νοικοκυρές : «Πάρτε κυράδες μου ντομάτες και μελιτζάνες καλές, πάρτε. Πήρε κι η κυρά-Αλεξάνδρα Νταλόγκου, κι ο κυρ-Κωστάκης Αϊβασιλιώτης, πήρε κι η κυρά-Παπαδιά να φάει ο παπά-Κύρος»! Ας σημειωθεί δε πως οι λαγκαδιώτικες μελιτζάνες και ντομάτες αναφέρονταν ακόμα και στα τραγούδια τους πως οι «τρεις ντομάτες λαγκαδιώτικες κάμνουν μιάμιση οκά»! Παράλληλα ο ψαράς ο επονομαζόμενος και Ματσαρόκος, με τη στεντόρια φωνή του διαφήμιζε τους θησαυρούς της Κορώνειας, κοτζάρια, γριβάδια,τσιρόνια, πεταλούδες, «καλύτερες απου κρέας, φάε γριβάδι να διεί ο Θεός» όπως έλεγε.
Ο μεγαλύτερος αριθμός των γειτόνων ήταν άνθρωποι που δούλευαν ως ψαράδες και γεωργοί, ή και τα δυό μαζί, γιατί στη λίμνη δεν επιτρέπονταν πάντα το ψάρεμα, και τότε οι γεωργικές ενασχολήσεις κατείχαν το κύριο μέρος των απασχολήσεων. Είναι αλήθεια ότι δούλευαν καλά στη λίμνη, η οποία ήταν «μάννα» για όλη την πόλη και τα γύρω χωριά, αφού ήταν από τις πλουσιότερες σε ψάρια. Γύρω στο 1923 λέγανε πως είχε ξεκινήσει η ανέγερση της νέας εκκλησίας της αγίας Παρασκευής, γιατί από τότε που οι Τούρκοι έκαψαν τον Λαγκαδά και τον παλιό βυζαντινό ναό, λόγω της συμμετοχής των Λαγκαδιανών στην επανάσταση της Μακεδονίας υπό τον Εμμανουήλ Παππά στα 1823, ο ναός λειτουργούσε σε ένα ξύλινο παράπηγμα. Άρχισε λοιπόν η ανοικοδόμηση με πολλές θυσίες, μεταφέρθηκαν τότε και τα νεκροταφεία στον νέο τους χώρο και ξεκίνησε η τοιχοποιϊα του ναού. Όταν έφτασαν στον τρούλο τα πράγματα δυσκόλεψαν, γιατί οι άνθρωποι δεν είχαν ούτε τα μέσα ούτε τις ναοδομικές γνώσεις για να φτιάξουν τον τρούλο, ο οποίος έπεφτε. Ο πρωτομάστορας ένας πεισματάρης αρβανίτης στην καταγωγή, πήγαινε να σκάσει. Τότε ανέβηκε ο ίδιος να επιμεληθεί το χτίσιμο και έγινε το μοιραίο, έπεσε και σκοτώθηκε. Από τότε κανένας δεν ανέβαινε στη σκαλωσιά να συνεχίσει το έργο. Ο ναός σχεδόν εγκαταλείφθηκε, και ξεσκέπαστος καθώς ήταν γέμιζε νερά το χειμώνα, φύτρωσαν δέντρα, μέχρι και λαγοί και κουνέλια κρύβονταν μέσα στα χόρτα του και οι πιτσιρικάδες έτρεχαν και τους κυνηγούσαν στην αυλή. Το βλέπανε οι κάτοικοι και μαύριζε η καρδιά τους. Αυτό τράβηξε αρκετά χρόνια. Τότε κατά το 1944 αποφάσισαν να αναλάβουν την συνέχιση του έργου, αλλά η κατοχή κι ο πόλεμος δεν άφησε γρόσι για γρόσι στα θυλάκια των ανθρώπων. Σε μάζωξη που έγινε στην εκκλησία, ο παπα-Γιάννης και ο παπα-Δημήτρης, είπαν πως αν βοηθήσετε όλοι, ο μαστρο-Τριαντάφυλλος και ο μαστρο-Κοσμάς θα αναλάμβαναν να ολοκληρώσουν το έργο. Ο μαστρο-Τριαντάφυλλος το έβαλε γινάτι γιατί έλεγε πως αρβανίτης ξεκίνησε τον ναό, αρβανίτης πρέπει να τον τελειώσει, ήταν θέμα τιμής της ράτσας τους να τελειώσει το έργο. Οι γεωργοί, έφεραν στάρι ή καλαμπόκι που πουλήθηκε στον έμπορο και μαζεύτηκαν τα πρώτα λεφτά, οι ψαράδες μαζεύτηκαν κι αυτοί ένα βράδι στην εκκλησία και αποφάσισαν να πάνε στη λίμνη για δέκα μέρες και ό,τι ψαρέψουν να το πουλήσουν για την εκκλησία. Πήγαν μάλιστα απ΄τη μεριά του Αγίου Βασιλείου και νοίκιασαν ψαροκαλύβες για τις μέρες που ήθελαν και μόλις ψάρευαν πουλούσαν την ψαριά τους στους εμπόρους που έρχονταν στην αποβάθρα. Αυτά τα λεφτά έγιναν η πρώτη συρμαγιά για να ξεκινήσει το έργο της ολοκλήρωσης του ναού. Έτσι ολοκληρώθηκε τελικά η εκκλησία και εγκαινιάστηκε βέβαια πολύ αργότερα, γύρω στα 1952 από τον δεσπότη της Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα τον Παπαγεωργίου.
Το γεγονός ότι ο μαστρο-Τριαντάφυλλος που είχε αρβανίτικη καταγωγή ανέλαβε και τέλειωσε επιτυχώς το ναό, είχε πολύ μεγάλη απήχηση γιατί τον καταξίωσε στα μάτια των ντόπιων οι οποίοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι τους πρόσφυγες που είχαν έρθει στο χωριό τους, διωγμένοι από τις εστίες τους λόγω των πολέμων. Μάταια οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αποδείξουν ότι όσοι ήρθαν από τη Μικρασία δεν ήταν τούρκοι, όσοι ήρθαν απ΄τα νότια ήταν έλληνες αρβανίτες και όχι Αλβανοί, ή όσοι ήρθαν από τη Θράκη δεν ήταν βούλγαροι, ούτε κι όσοι ήρθαν πρόσφυγες από τη ρωσία ήταν ρώσοι και κομουνιστές.
Έλεγαν με παράπονο ότι στις πατρίδες τους ήταν έλληνες και γι αυτό διωγμένοι, και στη μητέρα πατρίδα τους λογάριαζαν για ξένους. Το γεγονός πάντως του χτισίματος του ναού από όλους, έφερε ενότητα και σύμπνοια των κατοίκων της πόλης.

 

free social media buttons