foto1
foto1
foto1
foto1
foto1
Για πρώτη φορά στο Δήμο Λαγκαδά η πρωτοβουλία για τη συγκρότηση μιας πραγματικά Ανεξάρτητης Δημοτικής παράταξης δεν ανήκει σε κάποιον φιλόδοξο, έστω χαρισματικό δημότη, που θέλησε ν διοικήσει το Δήμο μας, επιβάλλοντας αυταρχικά τις δικές του προσωπικές επιλογές.

Δελτία Τύπου

deltia typou

Εκδηλώσεις

banner ekdiloseis

Σύλλογος Φίλων

syllogos filwn

Youtube

Οι απόψεις σας!

banner apopseis

Στείλτε τις απόψεις σας

Γράψτε μας την άποψή σας και εμείς θα την δημοσιέυσουμε.
Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
Πόσο κάνει 5+3=?

Facebook

Δρομολόγια ΟΑΣΘ

Καιρός

Εφημερίδες


diavgeia

voutiesΤα καλοκαίρια στο Λαγκαδά ήταν πάντα μια διαφορετική εμπειρία. Οι αυξημένες θερμοκρασίες, το υγρό κλίμα, το βαλτώδες της περιοχής, έκαναν την καλοκαιρινή ζέστη ακόμα πιο αφόρητη και πιο αποπνικτική την ατμόσφαιρα, όσο κι αν φιλότιμα ο Δήμος προσπαθούσε με την Δημοτική καταβρεχτήρα να δροσίζει την πόλη, καμιά φορά και δυο και τρεις φορές την ημέρα. Βλέπετε σήμερα με έναν καύσωνα βγαίνει μια ανακοίνωση πως διατίθενται οι κλιματιζόμενες αίθουσες των διαφόρων υπηρεσιών προς τέρψιν και δροσισμόν, τότε όμως η μόνη δυνατότητα ανακούφισης του λαού ήταν η καταβρεχτήρα και βέβαια τα δροσερά καρπούζια, τα αναψυκτικά του Ασβεστά και του Καραγεωργίου και φυσικά η βανίλια υποβρύχιο μαζί με τα παγωτά. 

 

Πάντα μετά τον μεσημεριανό ύπνο το τραβούσε θαρρείς ο οργανισμός ένα δροσερό καρπούζι βγαλμένο από την παγονιέρα, την οποία από το πρωί γεμίζαμε με πάγο, που μοίραζε ο Γιούρας, ο οποίος αξημέρωτα ακόμα αφού προμήθευε με πάγο τα ψαράδικα, μετά φόρτωνε παγοκολόνες στο κάρο του, από το παγοποιείο του Καρυοφύλη, και γύριζε στις γειτονιές διαλαλώντας το εμπόρευμα «πάον καλόν πάον έχω…», με την χαρακτηριστική ποντιακή προφορά του. Έτσι πρώτη δουλειά μας το πρωί να προλάβουμε τον παγοπώλη για να εφοδιάσουμε την παγωνιέρα, να γεμίσουμε με καθαρό νερό το ειδικό μέρος του υποτιθέμενου καταψύκτη για να έχουμε και κρύο νερό. Βέβαια, τέτοια πολυτέλεια!!! 

Την παγωνιέρα μας την είχε φτιάξει ο θείος, που πιάνανε τα χέρια του απ’ όλα και φρόντισε να τοποθετήσει εντός και ειδικό δοχείο νερού ώστε να δροσιζόμαστε ολημερίς. Αυτό το πρωινό ξύπνημα για να προλάβουμε τον πάγο, το αναπληρώναμε το απόγευμα όταν ως αποζημίωση ερχόταν το κρύο καρπούζι ή το κρύο νερό και το υποβρύχιο με βανίλια μαστίχας Χίου! Βρε τι εφευρίσκει ο άνθρωπος! έλεγε ο θείος κάθε φορά που απολαμβάναμε το απογευματινό μας τερψιλαρύγγιο. Τα τζιτζίκια και οι δεκαωχτούρες έκαναν αγώνα να μας σπάσουν τα νεύρα και δεν καταλάβαιναν από ώρες κοινής ησυχίας, θαρρείς ήταν βαλτά ολημερίς να τραγουδούν και …να είχαν και καλή φωνή πάει κι έρχεται…Έτσι ο Γιώργος έπαιρνε την δική του εκδίκηση καθώς ανέβαινε πάνω στην βερικοκιά και μάζευε όσα τζιτζίκια συνελάμβανε επ’ αυτοφόρω να διαταράσσουν την κοινή ησυχία και αφού έβγαζε τα φτερά τους τα έβαζε σε ένα σπιρτόκουτο, πιστεύοντας πως θα τιτιβίζουν τώρα μόνον για εκείνον και μόνο όταν θέλει αυτός. Τις δεκαωχτούρες τις βόλευε πάντα με τη σαϊτα. 

Όταν έπεφτε η πρώτη βραδινή υποψία, τότε σταματούσαν τα τζιτζίκια και ξεκινούσαν ο γρίλος και ο γκιώνης, άλλη συναυλία ήχων, σαφώς καλύτερη από την μεσημεριανή φασαρία και πιο διακριτική. Τώρα ο μονότονος και λυπημένος ήχος του γκιώνη, θαρρείς με τη βοήθεια του φεγγαριού έντυνε με μυστήριο τον τόπο. Η νύχτα περνούσε πότε στα ταβερνάκια, πότε στο θερινό σινεμά, και πότε στο νυφοπάζαρο της βόλτας, τρώγοντας από μισό κιλό σπόρια ο καθένας μέχρι να πετύχει το «ποθούμενον» δηλαδή ένα απλό κρυφό χαμόγελο και μια κλεφτή ματιά. Άλλοι στου «Ζαχαρά» ή στου «Λάτσιου» και βέβαια στα νεώτερα χρόνια στο Σεράνο, σιροπιαστά, σοκολατίνες και παγωτό σπέσιαλ!. Το πάρκο πάντα φιλόξενο για τα παιδιά και τις μητέρες και μάλιστα ερχόταν κι από τη Σαλονίκη οικογένειες για να συνδυάσουν το πάρκο για τα παιδιά και το «Αηδονάκι» για τους μεγάλους. 

Την Κυριακή όσοι είχαν την άνεση τολμούσαν μια έξοδο προς το Σταυρό ή τα Βρασνά. Το φορτηγό του θείου έτοιμο από νωρίς, τα μπουκάλια με το κρύο νερό,ο κουβάς με τον πάγο και τις μπύρες, τα φαγητά έτοιμα από τα άγρια χαράματα, κεφτέδες με τηγανητές μελιτζάνες και πιπεριές, τζατζίκι με μπόλικο σκόρδο για να διώχνει μακριά και τα κουνούπια ακόμα, και…γρήγορα να φύγουμε να προλάβουμε μη μας πιάσουν το μέρος στις λεύκες στα Βρασνά για να απλώσουμε τις κουρελούδες. Το φορτηγό η… «Μπιρμπίλω» όπως το έλεγε ο θείος αγκομαχούσε μέχρι να φτάσουμε, αλλά το ταξίδι το έκανε σε καναδυό ώρες και κάτι. Πάντα είχα και μια σακούλα κρεμασμένη απ’ το λαιμό γιατί ζαλιζόμουνα από το πολύ ταρακούνημα. Το κασετόφωνο στο διαπασών να παίζει τα καινούργια του Χατζηνάσιου και του Χατζή και από τον θόρυβο του φορτηγού να μη μπορούμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. 

Η θάλασσα μας περίμενε και προσφερόταν απλόχερα να μας δροσίσει και μετά τις πρώτες βουτιές, ξεκινούσαν τα τσιπουράκια και τα κεφτεδάκια. Καμιά φορά μπερδευόμουνα αν πηγαίναμε στα Βρασνά για μπάνιο ή για φαϊ . Έτσι ποτέ δεν κατάφερα να μάθω μπάνιο γιατί από τη θάλασσα προτιμούσα τους κεφτέδες και τα τηγανιτά, ούτε καν τα θαλασσινά, γιατί όντας τοπικιστής έτρωγα μόνο γριβαδάκια της λίμνης μας.
Όταν γυρίζαμε πίσω είχε πια αρχίσει να πέφτει ο ήλιος. Με το που φτάναμε στο σπίτι έπιανα αμέσως το τρανζίστορ, ένα φορητό ραδιόφωνο με μπαταρίες το οποίο αγοράστηκε με δόσεις από τον «Συμπέθερο», τον κλασικό γυρολόγο του Λαγκαδά, και το έστηνα στη μέση της αυλής για να ακούνε και τα τρία σπίτια που ήμασταν στην ίδια αυλή, αλλά και γιατί ερχόταν και οι γειτόνισσες να ακούσουν την καθιερωμένη και πολύ αγαπημένη εκπομπή του Τάκη Σαμαρά «Μακεδονικά μασάλια» και βέβαια να απολαύσουν τα ανερχόμενα αστέρια του τραγουδιού την Νίτσα Τσίτρα και τον Κώστα Κουφογιάγκο.

Ύστερα κάνοντας ραδιοφωνικό ζάπιγκ προσπαθούσα να πιάσω τον πρώτο ραδιοπειρατικό σταθμό του Λαγκαδά, που είχε σκαρώσει ο Βαγγέλης Γκόσιος ο οποίος πέρα από καταπληκτικές γκάιντες και τραγούδια της Μακεδονίας, έβαζε τα τραγούδια που είχε δισκογραφήσει ο συγχωριανός μας, αείμνηστος τώρα, Γιώργος Κυράννος που έμπαινε δυναμικά στη δισκογραφία, αλλά και άλλα, κυρίως ιταλικά που τότε ήταν της μόδας. Ένα γρήγορο ντουζ στην τουλούμπα για να φύγει η αρμύρα από πάνω μας και βουρ στην πλατεία για το βραδινό παιχνίδι ή την τσάρκα με την παρέα.
Όταν το βράδυ έκλειναν τα βλέφαρά μας κανένας δεν μπορούσε να χαλάσει τα όνειρά μας. Συντροφιά μας η πανσέληνος του Ιουλίου, το τραγούδι του γκιώνη, κάποιος γρύλος του τρύπωσε στην βερικοκιά για να μας κρατάει παρέα και οι όμορφες αναμνήσεις της μέρας που είχαν πλέον καταγραφεί στην καρδιά μας.

free social media buttons